• Ομιλία που εκφωνήθηκε στην Ανάβρα Καρδίτσας την 11-5-2024 για την επέτειο της Συνθήκης του Ταμασίου

 

Δημήτρης Κ. Αγγελής. Συγγραφέας – Αντιστράτηγος ΕΛ. ΑΣ. ε.α.

 

                                            

Άγραφα: Η πιο αυτόνομη, άπαρτη κι απελεύθερη χρονικά περιοχή της Ελλάδος (μαζί με τα Σφακιά, τη Μάνη και το Σούλι – Χιμάρα· αδούλωτο λίκνο επαναστατικών κινημάτων κι αντρειοσύνης· υπήρξε ένα είδος αντάρτικου ελληνικού προτεκτοράτου, καταφύγιο κάθε ανυπότακτου και φιλελεύθερου πατριώτη, μήτρα γενναίων ανδρών και γυναικών, μια «λίμνη» ελευθερίας, ασφάλειας, αυτάρκειας, αξιοπρέπειας και προκοπής στο κέντρο τού οθωμανικού μεσαιωνικού τυφώνα του σκοταδισμού, της οπισθοδρόμησης και του συντηρητισμού· ακόμη και σήμερα ζούμε τα οικτρά κατάλοιπά του.

Αναφέρει ο Ιωάννης Οικονόμος- Λογιώτατος:

«[…] τα Αγραφιώτικα βουνά. είναι κατοικημένον εις όλην την ξάπλωσίν του (έκτασή τους) από χριστιανούς ξυπνητούς (με αυτογνωσία), και άξιους, φιλελεύθερους, επιδέξιους, και σκληραγωγικούς, οπού ετραβήχθηκαν εις αυτά εις τον καιρόν της σκλαβιάς, οι οποίοι όλον φυλάγουν ακόμα τον παλαιόν χαρακτήρα του γένους τους […] ούτε ημπόρεσεν ένας πολυχρόνιος ζυγός να τους σβύση το ελληνικόν εκείνο πνεύμα, οπού εμψύχωνε τους προπάτοράς τους».

Σημειώνει χαρακτηριστικά ο George Finlay:

«Όσοι εκατοίκουν εις Άγραφα και εις τας ορεοσειράς τας εκτεινομένας από του Πηλίου και Ολύμπου βορείως […] έχαιρον το δικαίωμα να οπλοφορώσιν ως αρματωλοί. Είχον χαρακτήρα ελευθέρων ανδρών, και διέπρεπον επί γενναιότητι και ανεξαρτησία μη απαντώση αλλαχού της Ελλάδος».

Τέλος, συμπληρώνει σχετικά ο Ιωάννης Φιλήμονας:

Πολλοί Έλληνες αυτοβούλως «[…] σύρονται εις τα δάση και τα υπερήφανα βουνά, και προκρίνουσι την αγρίαν κατάστασιν της φύσεως παρά την υποδούλωσίν των εις τους Τούρκους. […] Εις την Ρούμελην (Στερεά Ελλάδα και Θεσσαλία) μάλιστα υπήρξεν ορμητικωτέρα η προς τα όπλα και την ελευθερίαν κλίσις των ορεινών Ελλήνων […] οι Τούρκοι, είναι ομολογούμενον, δεν εστάθησαν ικανοί να φέρωσιν εις την υποταγήν τούτους», «[…] επί του Ολύμπου, του Πηλίου, της Πίνδου και των ορέων των Αγράφων διετηρούντο ανυπότατοι πολεμικαί φυλαί», καταγράφει ο Αναστάσιος Πολυζωίδης.

Όσον αφορά την περιοχή των Αγράφων που είναι κοντά στο μοναστήρι της Παναγίας της Προυσιώτισσας, χαρακτηριστική είναι η περιγραφή της «Ιεράς Διήγησις» του 1815:

«[…] ήτον ο τόπος ούτος παντελώς άβατος και ανώνυμος, αλλ’ ούτε δρόμον τινά είχε διά το δύσβατον του τόπου […] διότι τη αληθεία εις αυτά τα μέρη, δεν ήτον ο τόπος ούτε διά χωρία, ούτε διά ανθρώπους, αλλ’ ούτε σχεδόν διά ζώα ήμερα, όμως από τας καταδρομάς οπού κατά καιρούς ελάμβανον οι χριστιανοί, τόσον από τα Έθνη και τους βασιλείς, όσον κι’ από τους αιρεσιάρχας της εκκλησίας, έφευγον κι’ εκρύπτοντο εις αυτά τα Όρη, και έτζη εκατοίκησαν […]».

Μεταξύ των ετών 726 και 842 μαίνεται στη βυζαντινή αυτοκρατορία η θεολογικοπολιτική διαμάχη που έμεινε στην ιστορία ως Εικονομαχία, αφορώσα τη λατρεία ή όχι των χριστιανικών εικόνων κ.ά. θεμάτων, κατά την οποία αυτοκράτορες στράφηκαν σκληρά κατά των εικονολατρών, διώκοντάς τους. Η τραγωδία αυτή διήρκεσε μέχρι το θάνατο του τελευταίου εικονομάχου αυτοκράτορα Θεόφιλου, το 842.

Αναφέρει σχετικά η «Ιεράς Διήγησις» του 1815, που εγκρίθηκε προς έκδοση απ’ τον οικουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄ (1746-1821):

«Τον καιρόν οπού εβασίλευσεν (829-842) ο Εικονομάχος εκείνος Θεόφιλος, ή μάλλον ειπείν μισόχριστος, εκίνησε μέγαν διωγμόν κατά των αγίων Εικόνων· κι’ έστειλε κι’ ορισμούς βασιλικούς εις πάσαν πόλιν και χώραν, προστάσωντας τους ορθοδόξους με πολλούς φοβερισμούς βασάνων, κι’ εξορίας να κατεβάσουν τας αγίας Εικόνας, και να τας κατακαύσουν και όσοι μεν επείθοντο εις το βασιλικόν κι’ ασεβές τούτο πρόσταγμα, έπερναν αξίας και τιμάς από λόγου του· όσοι δε δεν ήθελον να καταφρονήσουν τας αγίας Εικόνας, ως ζηλωταί της ορθοδοξίας, ούτοι λέγω, αν είχον και το πλέον μεγαλήτερον αξίωμα, εκατεβάζοντο υπ’ αυτού από την τιμήν εκείνην κι’ αξίαν, και με καταισχύνην μεγάλην εξωρίζοντο», «[…] οι παίδες της Ελλάδος […] εστάθησαν ζηλωταί της πίστεως, κι’ απειθείς εις τας αιρέσεις· […] αυτοί ήταν αρκετοί ως ανδρειωμένοι να αντισταθούν και με πόλεμον, όθεν εν ευκολία δεν επείθοντο εις τοιαύτας ανοήτους προσταγάς των βασιλέων· διά τούτο, και κατά τον καιρόν (741-775 του αυτοκράτορα) Κωνσταντίνου του Κοπρωνύμου, Άγραφα εκλήθησαν τα ορεινά αυτών μέρη, επειδή όχι μόνον δεν υπέγραψαν τη εκείνου αιρέσει, αλλά και τους παρ’ αυτού αποσταλέντας εξάρχους […] θανάτω μαχαίρας παρέδωκαν […]».

Παρουσιάζουμε τα όσα σχετικά με τα βυζαντινά  Άγραφα καταγράφει ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος:

«[…] άλλοι όμως μικρότεροι δυνάσται κατέλαβον ουκ ολίγα της Ελλάδος μέρη κατά τα τελευταία έτη της δωδεκάτης εκατονταετηρίδος και τα πρώτα της τρισκαιδεκάτης (1195-1204), διατελούντες σχεδόν αναξάρτητοι από της εν Κωνσταντινουπόλει μοναρχίας. Εις τα όρη της αρχαίας Δολοπίας (Άγραφα) ήρχεν Αγραφιώτης τις πολέμαρχος, περί του οποίου πλειότερα δεν γνωρίζομεν».

Ο δυσπρόσιτος, ορεινός, ποιμενικός και δασόβιος τόπος των Αγράφων υπήρξε πάντα ανυπότακτος, πάνοπλος και αντάρτης για τους Οθωμανούς. Αυτοί, επέδειξαν πράγματι αδυναμία να τον ελέγξουν πλήρως και μόνιμα με στρατιωτικά μέσα και δεν κατόρθωσαν να εξοντώσουν τους εκπληκτικούς αγραφιώτες ορεσίβιους πολεμιστές και τις τοπικές κοινότητές τους· απέτυχε μάλιστα να τα καταφέρει και ο ισχυρός αρχιστράτηγός τους Τουραχάν Μπέη (1423-1456), αν και προηγουμένως ο ίδιος κατέκτησε όλη την πεδινή και ορεινή Θεσσαλία. Για αυτό τόλμησαν και δημιούργησαν στ’ Άγραφα, επί Σουλτάνου (1421-1451) Μουράτ Β΄, το πρώτο αρματολίκι στην ελληνική επικράτεια και πιθανότατα το αρχαιότερο και μεγαλύτερο των Βαλκανίων.

Επισημαίνουμε ότι, αυτή την εποχή, πρώτον, αρχίζει η οργανωμένη τουρκική εγκατάσταση στη Θεσσαλία χιλιάδων Μουσουλμάνων Κονιάρων απ’ το «Konya» Ικόνιο της Μικράς Ασίας, και δεύτερον ότι, σ’ αντίδραση, λόγω και της απώλειας της γης τους, της ιδιοκτησίας τους, καθώς και των αυξανόμενων τουρκικών καταπιέσεων και αυθαιρεσιών, άρχισε να παίρνει μεγάλες διαστάσεις η φυγή και η μετακίνηση Ελλήνων του κάμπου στα ορεινά των Αγράφων.

Σημειώνει παραστατικά, το 1864, ο Λάμπρος Κουτσονίκας:

«Οι πρώτοι […] Σουλτάνοι […] μετώκησαν εκ του Ικονίου της Μικράς Ασίας τετρακοσίας χιλιάδας κατοίκων οθωμανών, τους υπό μεν των Ελλήνων Κονιάρους, υπό δε των οθωμανών Ιβλιάτι φατιχάν καλουμένους, ήτοι τέκνα των κατακτητών […] εις τας πεδινάς επαρχίας της Θράκης, Μακεδονίας και Θεσσαλίας, τους δε τα χωρία ταύτα κατοικούντας Έλληνας απεδίωξαν· ούτοι δε αναγκασθέντες απεσύρθησαν εις τα ορεινά μέρη, και απεκατεστάθησαν εις τ’ άγονα και τραχέα των χωρών τούτων μέρη. Οι ευτολμότεροι τούτων δράττοντες τα όπλα και συσσωματούμενοι περιήρχοντο κατατρέχοντες τους άρπαγας και αποξενώσαντας απ’ αυτών την πατρώαν γην […]».

Όταν σχεδόν εκατό χρόνια αργότερα (1525), προφανώς ύστερα από καινούργια επαναστατική δράση των Αγραφιωτών, πάλι οι Οθωμανοί με τον Βεϊλέρ βεγί πασά Αρχιστράτηγο της Θεσσαλίας δεν μπόρεσαν να τους υποτάξουν, τότε επανασυμβιβάστηκαν και επί Σουλτάνου (1520-1566) Σουλεϊμάν Α΄ αποφάσισαν να επαναεπιβεβαιώσουν επίσημα και εγγράφως, αυτή τη φορά, την αυτονομία τους. Έτσι, συμφώνησαν με τους προύχοντες Αγραφιώτες, παραχωρώντας τους σημαντικότατα δικαιώματα αυτονομίας και αυτοδιοίκησης μ’ αντάλλαγμα την «φόρο υποτέλειά τους» και συνυπέγραψαν, την 10-5-1525 (σαν χθες δηλαδή), στην κωμόπολη Ταμάσι ή Τσαμάσι, σημερινή Ανάβρα της Καρδίτσας (στους πρόποδες των Αγράφων), την ακόλουθη «συνθήκη του Ταμασίου», την οποία παρουσίασε στα 1926 ο Καρδιτσιώτης ιστορικός και εκπαιδευτικός Χρήστος Καλοκαιρινός:

«Οι παρευρισκόμενοι εν τη συνελεύσει ταύτη συμφωνούμεν και αποφασίζομεν: Άπαντα τα χωρία των Αγράφων αποτελούσιν αυτονομίαν, η οποία διοικείται υπό συμβουλίου, έχοντος έδραν την παρά το οροπέδιον Νεβροπόλεως ονομαστήν κωμόπολην (κασαμπά) Νεοχώριον. Ουδεμία Τουρκική οικογένεια επιτρέπεται να κατοικήση διαρκώς εις τα χωρία των Αγράφων, εκτός του Φαναρίου. Οι κάτοικοι των πεδινών και ορεινών μερών επικοινωνώσιν ελευθέρως. Εκάστη κοινότης των Αγράφων υποχρεούται να πληρώνη εις την Υψηλήν Πύλην ετησίως 50 χιλ. γρόσια· το ποσόν δε τούτο θ’ αποστέλληται παρά του ειρημένου Συμβουλίου δι̉ εμπίστου προσώπου απ’ ευθείας εις την έδραν της ευδαιμονίας (Κωνσταντινούπολιν). Εγένετο 10 Μαΐου 1525. Βεϊλέρ βεγί (Αρχιστράτηγος Θεσσαλίας). Οι προύχοντες (των Αγράφων) Γαρίχι, δεβλέτι, αλιγιέ (σ.σ. ή α̉ ιγιέ). Υπό Τζιβδέτ πασά». Και κλείνοντας, ο Χρ. Καλοκαιρινός, την παράθεση του κειμένου της συνθήκης, αναγράφει, στο τέλος της, επί λέξη: («Εκ του Τουρκικού)», εννοώντας ότι το κείμενο μεταφράστηκε  απ’ το τούρκικο πρωτότυπο.

Παρακαλώ, σκεφτείτε πότε έγινε αυτό. Το 1525. Οι Οθωμανοί είναι ήδη περίπου 150 χρόνια στη Θεσσαλία, την κατέλαβαν όλη, αλλά δεν μπόρεσαν να καταλάβουν τ’ Άγραφα. Η συνθήκη είναι μάλλον μοναδικό γεγονός στα παγκόσμια ιστορικά πολεμικά πράγματα. Και σίγουρα η μοναδική στον ελλαδικό χώρο. Η μεγαλύτερη αυτοκρατορία της εποχής, με τεράστιες στρατιωτικές δυνάμεις, που έφτασε μέχρι έξω απ’ τα τείχη της Βιέννης, δεν μπόρεσε να καταλάβει αυτόν εδώ τον «μικρό» χώρο των Αγραφιώτικων βουνών, που «αντιστέκονταν», και μάλιστα η ίδια ζήτησε την, απ’ τους προύχοντες των Αγράφων, υπογραφή της συνθήκης.

Ωστόσο η συνθήκη δεν έχει αναδειχθεί όσο απαιτεί η μοναδικότητα και σπουδαιότητά της. Ποτέ όμως δεν είναι αργά.

Διερωτώμαι: Οι αρμόδιοι άλλων ελληνικών περιοχών, έτσι θα την εγκατέλειπαν; Βεβαίως έχοντας ιδίαν αντίληψη για τα καρδιτσιώτικα, εξηγώ τις εξελίξεις και αντιλαμβάνομαι τη διαχρονική στάση, πολιτική αντίληψη και κουλτούρα ορισμένων εκ των ταγών της, καθώς και την ευθύνη -συνενοχή θα έλεγα- της κοινωνίας μας.

Για να σας δείξω και ν’ αποδείξω πώς, κάποιες φορές, «γράφεται» η ιστορία, εν αγνοία μας και εν τη απουσία μας, μα και με την αδιαφορία μας, σας αναφέρω και τ’ ακόλουθα:

Στα 1866-1869, για τρία χρόνια, μαίνεται η δεύτερη θεσσαλική επανάσταση για την απελευθέρωση της Θεσσαλίας. Εκατοντάδες οι νεκροί  Καρδιτσιώτες, ιδιαίτερα στ’ Άγραφα. Ωστόσο, οι Έλληνες ιστορικοί, αργότερα, ασχολήθηκαν ελάχιστα με τη συγγραφή της ιστορίας αυτής της Θεσσαλικής, κατά κύριο λόγο Καρδιτσιώτικης, επανάστασης· αρκεί μόνον να αντιληφθεί κανείς ότι στο 17τομο μνημειώδες έργο «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» (Εκδοτική Αθηνών, έκδοση 1975), τη μεν ταυτόχρονη –πράγματι ηρωική- επανάσταση της Κρήτης κατέγραψαν σε τριάντα μία (31) σελίδες (τόμ. ΙΓ΄, σελ. 253-278 και 285-281), τη δε της Θεσσαλίας – Ηπείρου ούτε σε μία παράγραφο, μα ούτε μία, σαν να μην υπήρξε· απίστευτο (δείτε το). Λες και δεν υπήρξαν εκατοντάδες – εκατοντάδων νεκροί Καρδιτσιώτες κ.ά. πολεμιστές στις αγραφιώτικες βουνοκορφές.

Εκ του αποτελέσματος αυτού, αβίαστα, προκύπτει ότι, κανείς απ’ τους Καρδιτσιώτες ιθύνοντες, αρμόδιους και ηγέτες, της εποχής, δεν νοιάστηκε.

Στο νου μου έρχονται λοιπόν τα, σχετικά και σημαδιακά, λόγια του μεγάλου συμπατριώτη μας Καρδιτσιώτη και πρωτοπόρου καλλιτέχνη (ζωγράφου, συγγραφέα) Γιώργου Α. Βαλταδώρου (1897-1930), που ύμνησε και «φανέρωσε» την «[…] αιωνίαν Καρδίτσαν […]» και φεύγοντας πέθανε μακριά απ’ «[…] τ’ ανθρωπάκια τα γνωστά […]», της σήψης θα έλεγα.

Συγχωρέστε με. Επανέρχομαι:

Εκεί, στων «Αγράφων άγρια βουνά, Αγράφων κορφοβούνια», στις αγραφιώτικες βουνοκορυφές, διέπρεψε, το 1680-1695, ο, «εξ Αγράφων»,  απ’ τους πρώτους αρματολούς των Αγράφων, και πάντως ο πιο γνωστός αρχαιότερος αρματολός επί τουρκοκρατίας, Χορμόπουλος, «το Μικρό Χορμόπουλο, το χιλιοπαινεμένο, πούναι καμάρι των Κλεφτών, καμάρι των Αγράφων». Χρησιμοποιούσε την αναγνωρισμένη και, ήδη, ιστορικά τεκμηριωμένη σημαία των Αγράφων, το μπαϊράκι – φλάμπουρό του «[…] το κόκκινο το άσπρο, με τον Σταυρό στη μέση […]».

Διάδοχός του, λίγο μετά το 1700, ήταν ο Γιάννος Γέρο Μπουκοβάλας και διά των απογόνων του Γιαννάκη, Κώστα και Χρήστου (οι επονομαζόμενοι «Μπουκοβαλόπαιδα») πέρασε το 1822 τ’ αρματολίκι στον Γ. Καραϊσκάκη, που κι’ αυτός, ως κλέφτης μέχρι και το 1822, οπωσδήποτε βρήκε και θα χρησιμοποίησε την ίδια σημαία των Αγραφιωτών κλεφτοκαπεταναίων κι’ αρματολών, την «[…] κόκκινη την άσπρη, με τον Σταυρό στη μέση […]».

Η σημαία αυτή, του Χορμόπουλου – Καραϊσκάκη, ύστερα από ενδελεχή έρευνα και σχετικά εισηγητικά του ομιλούντα, αναγνωρίστηκε επίσημα από το Δήμαρχο Παναγιώτη Νάνο και το Δημοτικό Συμβούλιο Λίμνης Πλαστήρα Καρδίτσας ως «μία προ-επαναστατική σημαία των Αγράφων» και έγινε η έπαρση και εγκατάστασή της, την 9-5-2021, στην ιστορική θέση «Στεφάνι» του Μορφοβουνίου Καρδίτσας (στ’ αρματολίκι του Καραϊσκάκη), εκεί που ήταν «το πρώτο καραούλι (σκοπιά) του Καραϊσκάκη […]», στο πλαίσιο του πανελλήνιου εορτασμού των 200 χρόνων απ’ την επανάσταση του 1821 και με αφορμή, τη συμπλήρωση 200 ετών από την ανύψωση της επαναστατικής σημαίας στ’ Άγραφα, την 10-5-1821, απ’ τον Βελή Κ. και περίπου 500 ετών, απ’ την παραχώρηση της αυτονομίας των Αγράφων, με την υπογραφή της συνθήκης του Ταμασίου, την 10-5-1525.

Έκτοτε και μέχρι σήμερα η σημαία κυματίζει επί του ιστού και μπορεί κάποιος να τη δει όπως ανεβαίνει για τη λίμνη Ν. Πλαστήρα αριστερά πριν το Μορφοβούνι, εντός του «Υπαίθριου Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης» Μορφοβουνίου, το οποίο εγκαινιάστηκε διά της επιτόπιας τοποθέτησης της σημαίας.

Επανέρχομαι:

Στην περίπου ημιαυτόνομη, αρματολίτικη αγραφιώτικη περιοχή μας, θα ήταν παράληψή μας εάν δεν αναφέραμε, και μάλιστα με έμφαση, τη μεγάλη ανάπτυξη γραμμάτων και εκπαίδευσης, που πρόσφερε η λειτουργία φημισμένων σχολείων, όπως το Ελληνομουσείο των Αγράφων και οι σχολές των Βραγγιανών με τον Ευγένιο Γιαννούλη και τον Αναστάσιο Γόρδιο, του Προυσού, Ρεντίνας, Φουρνά, Τροβάτου και Κερασόβου, γεγονός που καταγράφει και ο Δρ. Αντώνης Α. Αντωνίου.

Επίσης παράλειψη θα ήταν εάν δεν τονίζαμε ότι απ’ τ’ Άγραφα και το χωριό Κεράσοβο ξεκίνησε την 10-5-1821 (σαν χθες δηλαδή), η επανάσταση του 21α, με πρωτεργάτες τον Βελή, Ζώτο, Σουλιώτη, Βουλπιώτη, Γιολδάση, Μπράσκα, Αραπογιάννη κ.ά.· βεβαίως αυτή αποτελεί αντικείμενο άλλης πραγματείας και άλλης ομιλίας μας. Ωστόσο σκεφτείτε: Τί σύμπτωση! Πάλι η ίδια ημερομηνία: 10 Μάη του 1525 η συνθήκη του Ταμασίου, και ακριβώς μετά 296 χρόνια 10 Μάη του 1821 η επανάσταση του 21α.

Εφόσον τη συνθήκη του Ταμασίου πρωτοπαρουσίασε, στα 1926, ο ιστορικός Χρ. Καλοκαιρινός, αυτό σημαίνει ότι την εντόπισε, την έπιασε «ιδίαις αυτού χερσί», τη μελέτησε, την αντέγραψε απ’ την «πηγή» και την δημοσίευσε στην εφημερίδα Θεσσαλική Φωνή της Καρδίτσας την 21-7-1926, θεωρώντας την ιστορικά ακριβή, αυταπόδεικτη, πρωτότυπη, υπαρκτή και δεδομένη. Έκτοτε ωστόσο χάθηκε, αφού δε μνημόνευσε και δε διέσωσε την «πηγή» και το «μητρικό» κείμενο. Σημειώνουμε ότι ο ίδιος, μεταξύ των ετών 1924-1927, δημοσίευσε δεκάδες ιστορικά άρθρα στην εφημερίδα Θεσσαλική Φωνή της Καρδίτσας.

Η άλλη εκδοχή – θεωρία είναι ότι ο Χ. Καλοκαιρινός (ή κάποιος άλλος) μηχανεύτηκε την ιστορία, ονειρεύτηκε το σενάριο, έπλασε τον μύθο, συνέταξε το ψευδοκείμενο, ή χάλκεψε τα στοιχεία, διαστρεβλώνοντας και εξαπατώντας.

Συντάσσομαι απόλυτα με την πρώτη εξήγηση· κάποτε η συνθήκη θα «φανερωθεί». Θα «φανερωθεί».

Συμπληρώνουμε το παρόν σημείωμα με την παρατήρηση που κάνει για τ’ Άγραφα, το 1857, ο Παναγιώτης Αραβαντινός και, το 1928, ο Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλων Ιεζεκιήλ:

«’Αγραφα.-Μέρος της χώρας της πάλαι καλουμένης Αγραίας, περιέχον άλλοτε περί τα 300 χωρία […]. Εκλήθησαν ίσως Άγραφα, διότι οι κατοικήσαντες την Θεσσαλίαν Οθωμανοί ουκ ηδυνήθησαν, ίνα εγγράψωσι και την χώραν εκείνην μεταξύ των λοιπών της Θεσσαλίας χωρών, ως ανεξάρτητον μένουσαν, και τοιαύτης ήσαν φύσεως τα λεγόμενα κλεπτοχώρια της Θεσσαλίας. […] ποιμαίνεται η περιοχή αύτη υπό του Φαναρίου και Φερσάλων».

«Ωνομάσθησαν Άγραφα, κατά την άρχουσαν γνώμην, 200 περίπου χωριά της Πίνδου αρχόμενα από τας υπωρείας επί της πεδιάδος της Καρδίτσης, διότι επί Αλή Πασά δεν κατεγράφησαν εις τους φορολογικούς καταλόγους μείναντα ασύδοτα, διότι εξ’ αυτών ο Πασάς εστρατολόγει άνδρας».

Σ’ αυτόν τον ευλογημένο τόπο έσμιξαν Καρδιτσιώτες κι Ευρυτάνες ορεινοί, πρόσφυγες απ’ την Ανατολική Ρωμυλία και τις άλλες αλησμόνητες πατρίδες, Καραγκούνηδες, Αργιθεάτες, Σαρακατσάνοι και Βλάχοι και γίνηκαν όλοι, Αγραφιώτες.

Είμαστε όλοι μας Έλληνες Αγραφιώτες· λεύτεροι δηλαδή· λεύτεροι.

Έρρωσθε.-

Δημήτρης Κ. Αγγελής.               Ανάβρα (Ταμάσι) 11-5-2024

 

Βιογραφικό σημείωμα Δημητρίου Αγγελή

Ο συγγραφέας Δημήτρης Κ. Αγγελής γεννήθηκε στην κοινότητα Προδρόμου του Δήμου Καρδίτσας, το 1964 και κατοικεί στην πόλη της Καρδίτσας.

Είναι πτυχιούχος της Σχολής Αξιωματικών Ελληνικής Αστυνομίας.

Υπήρξε Διοικητής της Σχολής Αστυφυλάκων Καρδίτσας (2006 – 2010) και Διευθυντής της Αστυνομικής Διεύθυνσης Καρδίτσας (2010 – 2012).

Αποστρατεύθηκε (2012) και είναι Αντιστράτηγος της ΕΛ-ΑΣ ε. α.

Δεν περιορίστηκε στις επαγγελματικές του δραστηριότητες, αλλά θέλοντας, με το συγγραφικό του έργο, να αναδείξει άγνωστες πτυχές της ελληνικής ιστορίας, ασχολήθηκε από νωρίς με την έρευνα ιστορικών στοιχείων.

Έχει λάβει μέρος με ανακοινώσεις – εισηγήσεις και άρθρα του, σε συνέδρια ιστορικού περιεχομένου, που δημοσιεύθηκαν σε πρακτικά, ιστορικά περιοδικά και περιοδικό τύπο.

Στο συγγραφικό του έργο περιλαμβάνονται τ’ ακόλουθα:

  • Γεώργιος Καραϊσκάκης. ‘Εθος και ήθος. Λόγος και αθυροστομία. Με πρόλογο του Δρ. Αντώνη Αντωνίου του Πανεπιστημίου της Σορβόννης Γαλλίας και του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Εκδόσεις «24 γράμματα». Αθήνα 2023, σ. 320.
  • Ελλήνων αγώνες – Εκκλησίας μάχες (1191 – 1821). Κληρικοί στους απελευθερωτικούς πολέμους του Ελληνισμού. Στάση, Δράση και Αντίδραση Εκκλησίας. Λατινοκρατία (1191 – 1669). Τουρκοκρατία (1453 – 1821). Με προλογική εισαγωγική επιστολή του Οικουμενικού Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου. Εκδόσεις Προσκήνιο. Αθήνα 2008, σ. 991.
  • Ελληνική σημαία (480 π. Χ. – 2000 μ. Χ.). Και αγώνες ελευθερίας του Ελληνισμού. Ιστορία – Ρόλοι – Συμβολισμοί. Με προλόγους του Πρύτανη του Πολυτεχνείου Κρήτης Γιάννη Φίλη και του Καθηγητή του Πανεπιστημίου Κρήτης Μιχάλη Βάμβουκα. Εκδόσεις Προσκήνιο. Αθήνα 2001, σ. 201.
  • Σημαίες Θεσσαλών αγωνιστών – ηρώων. Άγραφα, Όλυμπος, Πήλιο, Σποράδες, Ασπροπόταμος κ.ά. (1680 – 1922). Με προλόγους του Ομότιμου Καθηγητή του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας Βασίλη Αναγνωστόπουλου και του Δημάρχου Λίμνης Πλαστήρα Καρδίτσας Παναγιώτη Νάνου. Έκδοση του Δημοτικού Μουσείου Ιστορίας «Νικόλαος Πλαστήρας» – Δήμος Λίμνης Πλαστήρα Καρδίτσας. Καρδίτσα 2022, σ. 181 και
  • Απ’ τ’ Άγραφα στις Θεσπιές. Εκδόσεις Οδός Πανός. Ποιητική συλλογή. Αθήνα 2019, σ. 62.

 

Δημήτρης Κ. Αγγελής.

Διάκου 45, Καρδίτσα. Τ.Κ. 43100.

Κ. 6946691429 dimagelis1@gmail.com